Ο Γεωργός και τα Παιδιά του

Δε χρειαζόταν να είσαι έξυπνος, διάνοια, σοφός, σπουδαγμένος, ή οικονομολόγος για να καταλάβεις ότι η “Ελληνικό Θαύμα” θα είχε ημερομηνία λήξεως και μάλιστα σύντομα και με τραγικό τρόπο.

Όσοι ήταν στοιχειωδώς συνετοί αλλά και όσοι δεν ήταν τυφλωμένοι από το πολύ και εύκολο χρήμα, έβλεπαν με τρόμο και αγωνία τις αλλαγές στην Ελληνική κοινωνία τις προηγούμενες δεκαετίες:

Όλα αυτά και πολλά άλλα, οδήγησαν την Ελλάδα να βρίσκεται σήμερα στην άκρη του γκρεμού. Ένα βήμα πριν από την τυπική χρεοκοπία. Η πραγματική χρεοκοπία είναι ήδη εδώ.

Η Ελλάδα ήταν για πολλές δεκαετίες σε αργία. Και η αργία είναι μήτηρ πάσης κακίας

Εδώ που φτάσαμε και με τη νοοτροπία που έχει εμποτίσει την κοινωνία, η αλλαγή και η επαναφορά στην πραγματικότητα, την πραγματική οικονομία, δε θα είναι ανώδυνη, ούτε εύκολη.

Ως επίλογο (σε ένα θέμα που δεν τελειώνει έτσι απλά), θεώρησα ότι ο μύθος του Αισώπου “Ο Γεωργός και τα Παιδιά του”, δείχνει τον τρόπο που θα πρέπει να επιλέξει να κινηθεί η Ελλάδα και οι Έλληνες από εδώ και πέρα. Τα παθήματα ας γίνουν μαθήματα.

Ο Γεωργός και τα Παιδιά του (Μύθος του Αισώπου)

Κάποτε ένας γεωργός αρρώστησε βαριά. Κάθε μέρα που περνούσε όλο και χειροτέρευε. Τότε κατάλαβε ότι πλησιάζει το τέλος του και κάλεσε κοντά του τους δύο γιους του, που ήταν δυνατά και γεροδεμένα παλικάρια  αλλά είχαν ένα μεγάλο ελάττωμα: την τεμπελιά.

Έτσι με αδύνατη και κουρασμένη φωνή τους είπε:

– Παιδιά μου εγώ τώρα φεύγω απ’ αυτόν τον κόσμο και αφήνω στα χέρια σας ότι έχω. Εγώ δούλεψα όσο μπορούσα. Τώρα είναι η σειρά σας να δουλέψετε για να μη χαθούν όλα αυτά που θα σας αφήσω. Μέσα στο αμπέλι λοιπόν σας έχω αφήσει όλη μου την περιουσία. Τον θησαυρό τον έχω κρύψει πολύ καλά αλλά αξίζει τον κόπο που θα κάνετε για να τον βρείτε γιατί θα σας κάνει πλούσιους.

Προσέξτε όμως καλά.

Θα είναι δικός σας μόνο αν τον βρείτε χωρίς να χαλάσετε τα κλήματα από το αμπέλι.

Και κάτι ακόμα: να τον μοιράσετε δίκαια

Και μ’ αυτά τα λόγια αποχαιρέτησε τα παιδιά του.

Τα παιδιά πέρασαν μέρες λύπης. Τα τελευταία λόγια του πατέρα τους ερχόταν συνέχεια στο μυαλό τους.

Έτσι ένα ωραίο πρωινό στις αρχές της άνοιξης πήραν από ένα τσαπί κι από ένα κλαδευτήρι και τράβηξαν κατά το αμπέλι.

Όταν έφτασαν λοιπόν στο αμπέλι κοίταξαν ολόγυρα πολλή ώρα. Κανένα όμως σημάδι δεν έδειχνε πως εκεί μπορούσε να είναι ο θησαυρός.

– Νομίζω ότι πρέπει να σκάψουμε βαθιά όλο το αμπέλι. Έτσι όπου και να βρίσκεται θα τον βρούμε είπε ο ένας.

– Να μη χάνουμε λοιπόν καιρό, είπε ο δεύτερος.

Με τις τσάπες τους έσκαβαν βαθιά στο χώμα και το αναποδογύριζαν.

– Τα κλαδιά μας εμποδίζουν, είπε ο ένας.

– Ας τα κλαδέψουμε είπε ο άλλος.

Συνεχίζοντας έτσι έφτασαν στο τέλος. Έσκαψαν και την τελευταία πιθαμή αλλά ο θησαυρός πουθενά! Απογοητευμένοι γύρισαν στο σπίτι τους…

Πέρασε καιρός ήρθε το Καλοκαίρι και στη συνέχεια το Φθινόπωρο. Ήταν η εποχή να τρυγήσουν και τα δύο αδέλφια ξεκίνησαν πάλι για τ’ αμπέλι .

Μα εκεί, με μεγάλη έκπληξη είδαν τις βέργες με τόσα πολλά σταφύλια που ακουμπούσαν τη γη!

Άρχισαν με χαρά να κόβουν τα σταφύλια, να γεμίζουν τα κοφίνια και να τα σωριάζουν στα πατητήρια. Η σοδειά του αυτό το χρόνο ήταν… θησαυρός!

Πουλούσαν τα σταφύλια και άλλα τα έκαναν κρασί και το πουλούσαν κι αυτό. Κι έπαιρναν χρήματα, τα σώριαζαν πάνω στο τραπέζι και τα μοίραζαν δίκαια, όπως τους είχε πει ο πατέρας τους.

Έτσι θησαυρό μπορεί να μη βρήκαν, όμως οι κόποι τους ξεπληρώθηκαν με το παραπάνω!

(Η απόδοση του μύθου του Αισώπου προέρχεται από το paidika.gr)

Tags: ΓΕΩΡΓΙΑΓΕΩΡΓΟΣΕΛΛΑΔΑΕΛΛΗΝΕΣΜΥΘΟΣΧΡΕΟΚΟΠΙΑΧΩΡΑΦΙ

Εγγραφείτε
Ενημέρωση για
0 Comments
Inline Feedbacks
View all comments